ανδρομανής

ανδρομανής
ης, ες
1) занимающийся педерастией; 2) мужелюбивый (о женщине)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ανδρομανής" в других словарях:

  • ἀνδρομανής — mad after men masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανδρομανής — η (Α ἀνδρομανής) γυναίκα με μανιώδεις ερωτικές επιθυμίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανήρ, ανδρός + μανής < μαίνομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἀνδρομανεῖς — ἀνδρομανέω lust after men pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀνδρομανής mad after men masc/fem acc pl ἀνδρομανής mad after men masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -μανής — (Α μανής) β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που ανάγεται σε θ. μαν τού μαίνομαι* (πρβλ. μανία) και χαρακτηρίζει άτομα που κατέχονται από μεγάλη επιθυμία, που επιδιώκουν μανιωδώς ή που τούς αρέσει υπερβολικά κάτι.Σύνθετα σε μανής: ανδρομανής,… …   Dictionary of Greek

  • άνδρας — και άντρας, ο (Α ἀνήρ) 1. αρσενικός άνθρωπος (σ’ αντίθεση με τη γυναίκα) 2. ομόκλινος, σύζυγος 3. ανδρείος, γενναίος, παληκάρι 4. αυτός που μπήκε στην αντρική ηλικία, ενήλικος, ώριμος 5. στρατιώτης, οπλίτης 6. φρ. «κατ’ ἄνδρα», ένας ένας με τη… …   Dictionary of Greek

  • αρρενομανής — ἀρρενομανής, ο (Α) αυτός που τρελαίνεται για άντρες, για σαρκική σχέση μαζί τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρρην, ενος + μανής < μαίνομαι (πρβλ. ανδρομανής, γυναιμανής κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • γραφομανής — ές αυτός που έχει τη μανία να γράφει συνεχώς και μάλιστα για ασήμαντα πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γράφω + μανής < (θ.) μαν , μαίνομαι (πρβλ. ανδρομανής, θεομανής). Η λ. γραφομανείς πληθ. μαρτυρείται το 1897 από τον Άγγελο Βλάχο στην εφημερίδα… …   Dictionary of Greek

  • γυναικομανής — ές (AM γυναικομανής, ές) τρελός για γυναίκες, με ασυγκράτητη επιθυμία για ερωτικές περιπέτειες. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + μανής < μαίνομαι (πρβλ. ανδρομανής, γυναιμανής)) …   Dictionary of Greek

  • μανιόκηπος — μανιόκηπος, ον (Α) (για γυναίκα) αυτή που πάσχει από νυμφομανία, ανδρομανής. [ΕΤΥΜΟΛ. < μανία + κῆπος* «γυναικείο εφήβαιο»] …   Dictionary of Greek

  • φίλανδρος — η, ο / φίλανδρος, ον, ΝΜΑ (για γυναίκα) α) αυτή που αγαπά τον άνδρα της, τον σύζυγό της β) (με κακή σημ.) αυτή που τής αρέσουν πολύ οι άνδρες, ανδρομανής («γυναῑκες φίλανδροί τε καὶ μοιχεύτριαι», Πλάτ.) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο φίλανδρος ζωολ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀνδρομανῶν — ἀνδρομανέω lust after men pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἀνδρομανής mad after men masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»